Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

6 – 8 – 1945: η ατομική βόμβα σκορπά τον όλεθρο στην Χιροσίμα

Ποιοι φυσικοί βρίσκονταν πίσω από την κατασκευή της;



Φωτογραφία του μανιταριού που δημιούργησε η πυρηνική βόμβα στη Χιροσίμα. Ελήφθη από το βομβαρδιστικό B-29 Enola Gay λίγα λεπτά μετά την έκρηξη.

Το Πρόγραμμα Μανχάταν ήταν ο κωδικός τίτλος του αμερικανικού προγράμματος που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου και οδήγησε στην κατασκευή των πρώτων πυρηνικών βομβών.
Το σχέδιο αυτό ολοκληρώθηκε με μεγάλη μυστικότητα – (μετά τον θάνατο του προέδρου Ρούζβελτ, τον Απρίλιο του 1945, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ Τρούμαν ενημερώθηκε για το σχέδιο Μανχάταν μετά την ορκωμοσία του!)
Στις 6 Αυγούστου του 1945, σαν σήμερα, μια βόμβα ουρανίου εξερράγη 600 μέτρα περίπου, πάνω από την πόλη της Χιροσίμα.
66 χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν αμέσως, ενώ άλλοι 70 χιλιάδες τραυματίστηκαν. Εξαιτίας του ραδιενεργού νέφους μέχρι το 1951 πέθαναν από ασθένειες που οφείλονταν στην ραδιενέργεια, πάνω από 60 χιλιάδες άνθρωποι. Τρεις μέρες μετά ακολούθησε και βόμβα πλουτωνίου στο Ναγκασάκι που σκότωσε αμέσως 40 χιλιάδες ανθρώπους και τραυμάτισε 25 χιλιάδες, ενώ μέχρι το τέλος του 1945 πέθαναν άλλοι 32 χιλιάδες λόγω ραδιενέργειας.

Ποιοι ήταν οι φυσικοί που εργάστηκαν στο Πρόγραμμα Μανχάταν;

Ο Helge Kragh στο βιβλίο του «ΟΙ ΓΕΝΙΕΣ ΤΩΝ ΚΒΑΝΤΩΝ, Η ιστορία της Φυσικής του 20ου αιώνα» (μετάφραση Γ. Κατσιλιέρης, εκδόσεις κάτοπτρο, 2004) απαντά στο ερώτημα αυτό ως εξής:

(…) Θα αποδεικνυόταν πιθανώς ευκολότερο να απαριθμήσουμε όσους δεν εργάστηκαν, γιατί σε αυτό συμμετείχαν οι περισσότεροι από τους λαμπρούς φυσικούς του δυτικού κόσμου, από θρυλικές φυσιογνωμίες όπως ο Bohr ως και νεαροί και ανερχόμενοι φυσικοί όπως ο Richard Feynman.
Kαι τα δυο αυτά άκρα στάθηκαν εξίσου πολύτιμα για το πρόγραμμα.
Όσον αφορά τον Bohr, τον επισήμως αναφερόμενο ως «Δρ Baker», ο Oppenheimer πληροφορούσε τον Groves στις αρχές του 1944 ότι «ο Δρ Baker ασχολήθηκε κυρίως με τη συσχέτιση και ερμηνεία πολλών νέων στοιχείων αναφορικά με τη σχάση και συναφή φαινόμενα (…)[αλλά] ελάχιστα με τεχνολογικής φύσεως προβλήματα του προγράμματός μας, αν και φυσικά έχει επίγνωση της σημασίας τους και της δυσκολίας τους».
Σχετικά με τον Feynman, o Oppenheimer έγραφε αργότερα το 1944 ότι πρόκειται «όχι μόνο για έναν εξαιρετικά ευφυή θεωρητικό, αλλά και για έναν άνδρα μέγιστης αντοχής, υπευθυνότητας και θέρμης, για έναν λαμπρό και σαφέστατο δάσκαλο και για έναν ακάματο δουλευτή».

Ένα μεγάλο μέρος των πλέον δραστήριων ερευνητών του Προγράμματος Μανχάταν ήταν φυσικοί οι οποίοι μόλις πριν από λίγα χρόνια ζούσαν στην Ευρώπη.
Αν κανείς ρίξει μια ματιά στον παρακάτω πίνακα, θα ανακαλύψει πολλές από τις κεντρικές φυσιογνωμίες του προγράμματος ανάπτυξης της ατομικής βόμβας.


Προορισμοί των Ευρωπαίων εκπατρισθέντων φυσικών. (Τα πρόσωπα που σημειώνονται με σταυρό ήταν ήδη νομπελίστες όταν εκπατρίστηκαν. Όσα σημειώνονται με αστερίσκο έλαβαν βραβείο Νόμπελ μετά τον εκπατρισμό τους. Τα δυο γράμματα που έπονται των ονομάτων εντός παρενθέσεων δηλώνουν την εθνικότητα των φυσικών κατά το χρόνο του εκπατρισμού τους.

Μια από αυτές ήταν ο James Frank, ο γερμανός νομπελίστας του 1925, ο οποίος είχε εγκαταλείψει την πατρίδα του το 1935 και τώρα εργαζόταν στο Σικάγο.
Υπήρξε ένας από τους λιγοστούς επιστήμονες που συμμετείχαν στο πρόγραμμα ανάπτυξης της βόμβας οι οποίοι επέστησαν νωρίς ακόμη την προσοχή στις αρνητικές πολιτικές και ηθικές συνέπειές του.
Στις 11 Ιουνίου 1945, προτού εκραγεί η πρώτη ατομική βόμβα, ο Frank και έξι από τους συναδέλφους του στο Σικάγο συνέταξαν μια αναφορά προς τον υπουργό Πολέμου όπου εξηγούσαν την τοποθέτησή τους.
«Οι επιστήμονες έχουν συχνά κατηγορηθεί στο παρελθόν ότι προσφέρουν νέα όπλα για την αμοιβαία εξόντωση των εθνών, αντί να βελτιώνουν τις συνθήκες διαβίωσής τους», έγραφε ο Frank.
«Αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε ενεργητικότερη στάση τώρα επειδή η επιτυχία που σημειώσαμε στην ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας βρίθει κινδύνων απείρως μεγαλύτερων απ’ ότι οι εφευρέσεις του παρελθόντος».
Επαναλαμβάνοντας πολλά από τα επιχειρήματα του Bohr, o Frank αντίκριζε το μέλλον και προειδοποιούσε για τον επικρεμάμενο κίνδυνο μιας κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών, δεδομένου ότι «οι ατομικές βόμβες δεν είναι δυνατόν να παραμείνουν ‘μυστικό όπλο’ στην αποκλειστική διάθεση τούτης χώρας επί περισσότερο από μερικά χρόνια».
Ειδικότερα, η αναφορά του Frank συμβούλευε η αμερικάνικη βόμβα να «αποκαλυφθεί πρώτα στον κόσμο με επίδειξη σε κάποια κατάλληλα επιλεγμένη ακατοίκητη περιοχή».
Ωστόσο, τα πράγματα δεν έγιναν έτσι. Ο Frank και η μικρή ομάδα του δεν έχαιραν συμπάθειας μεταξύ των στρατιωτικών ηγετών, τις δε ανησυχίες τους κάθε άλλο παρά τις συμμεριζόταν η πλειονότητα των φυσικών που συμμετείχαν στο Πρόγραμμα Μανχάταν.
Οι περισσότεροι φυσικοί δεν ένοιωθαν ηθικές αναστολές που θα τους εμπόδιζαν να εργαστούν για την ανάπτυξη ενός όπλου μαζικής καταστροφής. Υπήρξαν ορισμένοι οι οποίοι αρνήθηκαν, όμως η γενική στάση ήταν ότι το έργο αυτό εμφανιζόταν δικαιολογημένο εν όψει της εμπόλεμης κατάστασης και του ενδεχομένου να αποκτήσει πρώτος τη βόμβα ο Χίτλερ.
Εκτός αυτού, πολλοί από τους φυσικούς είχαν απλούστατα «εξαφθεί με ένα συναρπαστικό και δύσκολο επιστημονικό και τεχνολογικό πρόβλημα», όπως αναθυμόταν ο David Anderson κάπου σαράντα χρόνια αργότερα.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΟΛΕΩΝ

«Η πιο συγκλονιστική εντύπωση ήταν εκείνη ενός εξουθενωτικά λαμπρού φωτός (…)
Έμεινα άναυδος από το πρωτοφανές θέαμα. Είδαμε ολόκληρο τον ουρανό να καταυγάζεται με απίστευτη λαμπρότητα παρά τα πολύ σκούρα γυαλιά που φορούσαμε .(…)
Πιστεύω ότι για μια στιγμή νόμισα πως η έκρηξη θα πυρπολούσε την ατμόσφαιρα και έτσι θα νέκρωνε τη Γη, έστω κι αν ήξερα ότι κάτι τέτοιο αποκλειόταν να συμβεί».
Αυτή η εντύπωση χαράχτηκε στη μνήμη του Emilio Segré όταν έγινε αυτόπτης μάρτυρας της πρώτης πυρηνικής έκρηξης στην ιστορία, τη ονομαζόμενης «Trinity test» στην έρημο του Αλαμογκόρντο στις 5:30 π.μ. της 16ης Ιουλίου 1945.
Η βόμβα, η οποία είχε τοποθετηθεί στην κορυφή ενός χαλύβδινου πύργου ύψους 100 ποδών, ήταν του τύπου πλουτωνίου – ενδόρρηξης. Η δοκιμή στέφθηκε από πλήρη επιτυχία, με την εκλυθείσα ενέργεια να αντιστοιχεί σε περίπου 18 χιλιοτόνους ΤΝΤ, υπερβαίνοντας έτσι τις προσδοκίες των περισσότερων φυσικών.
Αυτό, και όχι οι ανησυχίες του Frank, ήταν που μετρούσε για τους φυσικούς οι οποίοι παρακολούθησαν το θεαματικό φαινόμενο.
«Φυσικά, νιώσαμε περιχαρείς για την έκβαση του πειράματος», θυμόταν αργότερα ο Victor Weisskopf.
«Στραφήκαμε ο ένας στον άλλο και δίναμε συγχαρητήρια, για τα πρώτα λίγα λεπτά. Kατόπιν, νιώσαμε μια κρυάδα, που δεν ήταν η πρωινή ψύχρα (…).
Η βόμβα πλουτωνίου δούλευε υπέροχα, και υπήρχε αρκετό υλικό για τη βόμβα ουρανίου, η οποία ήταν καλύτερα κατανοητή και επομένως δεν χρειαζόταν δοκιμή.
Είχε έρθει η ώρα για πραγματική δράση, και αυτό, όπως αποδείχθηκε, σήμαινε την καταστροφή των ιαπωνικών πόλεων.
Ως τότε, η ανάπτυξη της βόμβας είχε αφεθεί στους φυσικούς, των οποίων οι φωνές είχαν σημαντική βαρύτητα στις πολιτικές και στρατιωτικές συζητήσεις.
Ήταν όμως οι στρατιωτικοί και πολιτικοί ηγέτες εκείνοι που αποφάσιζαν για ποιο σκοπό θα χρησιμοποιούνταν οι βόμβες.
Υπήρξε πολλή συζήτηση μεταξύ των φυσικών στο Λος Άλαμος, στο Μπέρκλεϊ, στο Σικάγο και αλλού, η οποία όμως δεν οδήγησε στη σύμπηξη κάποιου ενωμένου μετώπου. Γενικά, άλλωστε οι φυσικοί δεν επιδείκνυαν τάσεις διαφωνίας με τους στρατιωτικούς ηγέτες.
Η επιστημονική συμβουλευτική ομάδα, που απαρτιζόταν από τους Compton, Fermi, Lawrence και Oppenheimer, δεν έβλεπε άλλη αποδεκτή εναλλακτική λύση από την έκρηξη των βομβών πάνω από πυκνοκατοικημένες περιοχές της Ιαπωνίας.
Εν πάσει περιπτώσει, ο Τρούμαν, ο νέος πρόεδρος, αποφάσισε ότι οι βόμβες έπρεπε να ριφθούν στην Ιαπωνία το ταχύτερον δυνατόν και σύμφωνα με την κρίση των στρατηγών
Η σωφροσύνη τούτης της απόφασης έγινε αντικείμενο ατέρμονων συζητήσεων, όμως το σημαντικό ήταν ότι τελικά ελήφθη.
Σε αυτή τη φάση, στις αρχές Ιουλίου, οι φυσικοί δεν είχαν πολλά να πουν για τα πλάσματα που είχαν κατασκευάσει.

Το πρώτο πλάσμα ήταν το «Little Boy», μια βόμβα ουρανίου 10.000 λιβρών, μήκους περίπου 10 ποδών και διαμέτρου 30 ιντσών. Η βόμβα αυτή, την οποία μετέφερε το τύπου Β-29 βομβαρδιστικό «Enola Gay», εξερράγη πάνω από την πόλη της Χιροσίμα στις 8:16 π.μ. τοπική ώρα της 6ης Αυγούστου 1945, σε ύψος 2000 περίπου ποδών από το έδαφος.
Έφερε το ολέθριο αποτέλεσμα για το οποίο είχε σχεδιαστεί να φέρει, μόνο που δεν στάθηκε ικανή να πείσει τους Ιάπωνες να ενδώσουν στην απαίτηση των ΗΠΑ για άνευ όρων παράδοση.
Τρεις μέρες αργότερα ήρθε η σειρά του «Fat Man».
H βόμβα πλουτωνίου, που την έριξε πάνω από το Ναγκασάκι ένα άλλο Β-29 (με το όνομα «Bock’s Car»), εξερράγη στις 11:02 π.μ., στο ίδιο περίπου ύψος πάνω από το έδαφος.
Έφερε και αυτή το αποτέλεσμα το οποίο είχε σχεδιαστεί να φέρει και πέντε μέρες αργότερα η κυβέρνηση και ο αυτοκράτορας της Ιαπωνίας συνθηκολόγησαν.
Ο Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει.(…)