Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Αστρονομία και μέτρηση του χρόνου


Ξέρατε ότι οι πρώτοι αστρονόμοι χρησιμοποίησαν τη σταθερή μετακίνηση του Ήλιο, του φεγγαριού και των αστεριών πάνω στον ουρανό για να μετρήσουν το χρόνο; Μια ημέρα είναι ακριβώς ο χρόνος μεταξύ μιας ανατολής και της επόμενης, αλλά άλλες μετρήσεις δεν είναι τόσο προφανείς. Τα πρώτα ημερολόγια βασίστηκαν στην αλλαγή του δίσκου του φεγγαριού. Τα σχέδια των αστεριών κινούνται πάνω στον ουρανό κάθε νύχτα αλλά αλλάζουν επίσης και με τις εποχές. Βλέπουμε διαφορετικούς αστερισμούς το καλοκαίρι και διαφορετικούς το χειμώνα. Αυτές οι αλλαγές υποδείκνυαν στους αγρότες πότε ερχόταν η άνοιξη και πότε έπρεπε να γίνει η σπορά.

Η εναλλαγή της ημέρας και της νύχτας ήταν η πρώτη φυσική υποδιαίρεση που ανακάλυψε ο άνθρωπος και χρησιμοποίησε σαν μονάδα χρόνου. Η ανάπτυξη των γεωργικών καλλιεργειών οδήγησε και αυτή στη διαπίστωση της ύπαρξης και της εναλλαγής των Εποχών. Αργότερα, με την παρακολούθηση των σεληνιακών φάσεων, ο άνθρωπος ανακάλυψε μία άλλη φυσική χρονική μονάδα, το μήνα. Στην πορεία δημιουργήθηκαν και τεχνητές, όπως είναι η εβδομάδα, οι ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα. Στις αγροτικές κοινωνίες δεν ήταν απαραίτητο να μετριέται ο χρόνος με τα πιο μικρά διαστήματα, όπως είναι τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα. Γίνεται απαραίτητο όταν οι ρυθμοί της ζωής επιταχύνονται. Με τη βιομηχανική επανάσταση και με τις νέες μορφές εργασίας οι απαιτήσεις για τη μέτρηση του χρόνου έγιναν μεγαλύτερες. Ακόμα, υπήρχε η ανάγκη για το συντονισμό του χρόνου ανάμεσα στους διαφορετικούς τόπους με εμπορικές σχέσεις, οι οποίοι είχαν ο καθένας το δικό του τρόπο μέτρησης.

Για μια μεγάλη χρονική περίοδο οι Κλιματολογικές Εποχές ήταν μια πολύ σημαντική μονάδα μέτρησης χρόνου επειδή έπαιζαν σπουδαίο ρόλο στην κοινωνική συγκρότηση εκείνης της περιόδου. Η πρόβλεψη των εποχών έδινε στον άνθρωπο την δυνατότητα να προβλέπει και να αντιμετωπίζει φυσικά φαινόμενα, όπως οι βροχές και η ξηρασία ή να προσδιορίζει περιόδους όπως της σποράς και του θερισμού. Με το πέρασμα του χρόνου όμως διαπιστώθηκε, ότι δεν μπορούσε να καθοριστεί ακριβώς ο χρόνος έναρξης κάθε εποχής. Μία τέτοιου είδους μέτρηση βασισμένη στα κλιματολογικά φαινόμενα ήταν ασαφής και ακανόνιστη. Για τον λόγο αυτό οι ανθρώπινες κοινωνίες στράφηκαν σε πιο σταθερά φυσικά φαινόμενα πάνω στα οποία στήριξαν την δημιουργία των ημερολογίων. Ένα από αυτά τα φαινόμενα ήταν η ανατολή και η δύση ορισμένων λαμπρών άστρων.

Οι αστρικές παρατηρήσεις λόγο των καιρικών συνθηκών δεν ήταν πάντα εφικτή. Για να λυθεί το πρόβλημα αυτό, αλλά και για άλλους μυστηριακούς λόγους, η δημιουργία των ημερολογίων στηρίχτηκε στην περιοδικότητα του Ήλιου μέσα από τα ημερονύκτια και στις περιοδικές φάσεις της Σελήνης. Με το πέρασμα του χρόνου και όταν έγινε δυνατό να μελετηθεί και να μετρηθεί με ακρίβεια η ετήσια φαινόμενη κίνηση του Ήλιου -επάνω στο Ζωδιακό Κύκλο κατά μήκος της εκλειπτικής- τα σεληνιακά ημερολόγια αντικαταστάθηκαν από τα ηλιακά, τα οποία ήταν πιο λειτουργικά.

Η θέση του ήλιου στον ουρανό ήταν από την αρχαιότητα η σημαντικότερη ένδειξη για την ώρα. Στην συνέχεια οι προσπάθειες για μεγαλύτερη ακρίβεια μας έδωσαν μια ενδιαφέρουσα σειρά ρολογιών και χρονομέτρων. Από τις πρώτες προσπάθειες εύρεσης του χρόνου ήταν τα ηλιακά ρολόγια. Μία κάθετη ράβδος έριχνε την σκιά της σε μία επιφάνεια που είχε χωριστεί σε ίσα τμήματα και ανέφερε δίπλα σε κάθε ένα την ώρα. Τα ηλιακά ρολόγια ήταν αρκετά διαδεδομένα από το 3500 π.Χ.. Φτηνά κι εύκολα στην κατασκευή αλλά φυσικά δουλεύουνε μόνο σε ηλιοφάνεια. Ένα από τα παλιότερα βρέθηκε στην Αίγυπτο και χρονολογείται από το 800 π.X.

Όποιος είχε λόγο να απαιτεί ακριβέστερο προσδιορισμό της ώρας απ' ότι του έδινε η εμπειρική παρατήρηση της θέσης του ήλιου, είχε στην διάθεσή του απλούς σχετικά αστρολάβους που τον βοηθούσαν μέρα και νύχτα να προσδιορίσει την ώρα με ακρίβεια λεπτού. Με κατάλληλη εκπαίδευση μπορούσε εκτός από την ώρα να βρίσκει κι ένα σωρό αστρολογικά στοιχεία, αρκεί βέβαια να μην είχε συννεφιά. Κάτι τέτοιο ενδιέφερε αρκετά τους αστρονόμους και τους αστρολόγους της εποχής που έδωσαν ώθηση στην σχεδίαση και κατασκευή αστρολάβων. Η λειτουργία ενός κοινού αστρολάβου είναι η μέτρηση του ύψους των ουρανίων σωμάτων, απ' τα οποία ανάλογα με την ώρα μπορεί να βρεθεί το γεωγραφικό πλάτος του παρατηρητή. Η μέτρηση του ύψους του πολικού αστέρα της Μικρής Άρκτου δίνει το γεωγραφικό πλάτος, και το ύψος του ήλιου και των άστρων δίνει την ώρα. Το 1758 στην Αγγλία ο Τζ.Κάμπελ ανακαλύπτει τον σύγχρονο εξάντα. Σήμερα με το GPS (global positioning system) μπορούμε και πάλι να βρούμε με πανεύκολο τρόπο την ακριβή θέση μας πάνω στην Γη με την βοήθεια γεωστατικών δορυφόρων, αλλά αν μείνουμε από μπαταρίες πάλι θα κοιτάμε τα άστρα για να βγάλουμε άκρη, αν βέβαια φροντίσαμε ποτέ να μάθουμε τις θέσεις τους και την τροχιά τους στον ουρανό...

1. Είδη Ημερολογίων


Τρία είναι τα κυριότερα ημερολογιακά συστήματα που χρησιμοποιήθηκαν στην ιστορία των πολιτισμών. Αυτά είναι τα Σεληνιακά (βασισμένα στον κύκλο των σεληνιακών φάσεων), τα Σεληνοηλιακά και τα Ηλιακά ημερολόγια. Το ηλιακά ημερολόγια δεν έχουν τους μήνες συγχρονισμένους με τις φάσεις της σελήνης.

Σεληνιακά Ημερολόγια

Τα Σεληνιακά ημερολόγια ήταν τα αρχαιότερα και τα απλούστερα, όχι όμως και τα ακριβέστερα. Ως βασική τους μονάδα έχουν τον συνοδικό σεληνιακό μήνα, που είναι το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών επανόδων της Σελήνης στην ίδια φάση. Σεληνιακά ημερολόγια ήταν το Βαβυλωνιακό και το αρχαίο Ρωμαϊκό. Σήμερα το μόνο καθαρά σεληνιακό ημερολόγιο είναι το Μουσουλμανικό ή Αραβικό ημερολόγιο.

Σεληνοηλιακά Ημερολόγια

Το Σεληνοηλιακό ημερολόγιο δημιουργήθηκε με την προσπάθεια διόρθωσης των σεληνιακών ημερολογίων έτσι ώστε κατά περιόδους να επανέρχεται η αντιστοιχία των ημερομηνιών με της εποχές του έτους. Αυτή η εναρμόνιση έγινε εφικτή με την περιοδική παρεμβολή, σε κάποιο σεληνιακό έτος, ενός εμβόλιμου 13ου συνοδικού μήνα. Σεληνοηλιακά ημερολόγια ήταν το αρχαίο Αττικό, του Νουμά Πομπίλιου, το αρχαίο Κινεζικό και το αρχαίο Εβραϊκό, που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.

Ηλιακά Ημερολόγια

Τα Ηλιακά ημερολόγια έχουν ως βάση τους το τροπικό έτος των 365,24219879 ημερών, δηλαδή την φαινόμενη ετήσια κίνηση του Ήλιου επάνω στην εκλειπτική. Τέτοια ημερολόγια ήταν το αρχαίο Αιγυπτιακό, των Μάγια, των Αζτέκων, το Ιουλιανό, καθώς και το Γρηγοριανό ημερολόγιο.

Το έτος

Ένα Έτος είναι ο χρόνος που χρειάζεται ο Ήλιος για να διαγράψει ένα μέγιστο ουράνιο κύκλο πάνω στη σφαίρα αυτή. Ως Αστρικό Έτος ορίζουμε τον χρόνο που χρειάζεται το κέντρο του ηλιακού δίσκου για να διαγράψει ολόκληρη την εκλειπτική και να επιστρέψει στο σημείο από το οποίο αρχίσαμε τη μέτρηση. Ένα αστρικό έτος ισούται με 365,25635579 μέσες ηλιακές ημέρες. Ομοίως ως Τροπικό ή Εποχιακό Έτος ορίζουμε το χρονικό διαστήμα που μεσολαβεί μεταξύ δύο διαδοχικών διαβάσεων του κέντρου του ηλιακού δίσκου από το εαρινό ισημερινό σημείο γ. Ένα τροπικό έτος ισούται με 365,24219879 μέσες ηλιακές μέρες. Τόσο όμως το τροπικό, όσο και το αστρικό έτος δυσκολεύουν για την κατασκευή ημερολογιών, επειδή, εκτός από τον ακέραιο αριθμό των ημερών τους, περιέχουν και κλάσματα της ημέρας αρκετών δεκαδικών ψηφίων. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, επινοήθηκε το Πολιτικό Έτος, το έτος δηλαδή που περιέχει ακέραιο αριθμό ημερών, και ως εκ τούτου δεν δημιουργείται το φαινόμενο μία και η αυτή ημέρα να κατανέμεται μεταξύ δύο διαδοχικών ετών. Το πολιτικό έτος είναι βασισμένο πάνω στο τροπικό έτος έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η κανονική διαδοχή των τεσσάρων κλιματολογικών εποχών. Όμως η παράληψη των δεκαδικών στοιχείων του τροπικού έτους με την πάροδο του χρόνου θα είχε σαν αποτέλεσμα την ημερολογιακή μεταφορά των εποχών. Έτσι κάθε ημερολογιακό σύστημα από την αρχαιότητα προέβλεπε μια σειρά διορθώσεων. Μια τέτοια διόρθωση είναι η πρόσθεση μιάς επιπλέον ημέρας κάθε τέσσερα έτη, με τη δημιουργία του δίσεκτου έτους που περιέχει 366 ημέρες.

Οι μήνες

Από την αρχαιότητα το πολιτικό έτος χωρίστηκε σε 12 χρονικά διαστήματα. Οι δώδεκα αυτές υποδιαιρέσεις είναι οι γνωστοί σε όλους μήνες του έτους. Από την αρχαιότητα η Σελήνη υπήρξε το μέτρο διάρκειας του μήνα και στην αρχαϊκή ονομασία της, Μήνη, οφείλει το χρονικό αυτό διάστημα την ονομασία του. Για την αστρονομία, Μήνη είναι η Σελήνη κατά τις πρώτες ή τελευταίες ημέρες των φάσεων της, όταν φαίνεται σαν μηνίσκος. Μήνας λοιπόν, είναι το χρονικό διάστημα που απαιτείται, για να κάνει η Σελήνη μια πλήρη περιφορά γύρω από τον πλανήτη μας. Ο χρόνος που απαιτείται για να ολοκληρωθεί ένας σεληνιακός κύκλος είναι πάντοτε 29,5 ηλιακά ημερονύκτια. Αυτός είναι ο σεληνιακός ή συνοδικός μήνας. Η ανώμαλη όμως κίνηση της Σελήνης γύρω από τη Γη, και ο συνδυασμός της κίνησης αυτής με την κίνηση της Γης γύρω από τον Ήλιο, είχε ως αποτέλεσμα η περίοδος ενός ηλιακού έτους να μην είναι ακριβής. Έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη μιας περιοδικής διόρθωσης των σεληνιακών ημερολογίων με την παρεμβολή διορθωτικών μηνών.

Οι εβδομάδες

Οι εβδομαδιαίες υποδιαιρέσεις αρχικά ήταν άγνωστες στα ελληνικά και ρωμαϊκά ημερολόγια. Η διαίρεση όμως του έτους σε εβδομάδες, δηλαδή σε ομάδες επτά ημερών, είναι πολύ παλιά και ανάγεται στους αρχαίους ανατολικούς λαούς, Ασσύριους, Χαλδαίους και Αιγύπτιους. Το επταήμερο αναλογεί στο χρονικό διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών φάσεων της Σελήνης. Οι Εβραίοι θεωρούν ως χρονολογική αρχή την εποχή της δημιουργίας του κόσμου, που την τοποθετούσαν στις 8 Οκτωβρίου του 3761 π. Χ. Οι Εβραίοι, επηρεασμένοι από τους γειτονικούς ανατολικούς λαούς, παρέλαβαν από αυτούς την εβδομάδα των 7 ημερών και την προσάρμοσαν στην δική τους θρησκεία. Η εβδομάδα λέγεται εβραϊκά Σιαβούα -από τον αριθμό 7- και την 7η ιερή ημέρα την ονόμασαν Σάββατο ή Σάββατα. Από την ημέρα του Σαββάτου, οι υπόλοιπες ημέρες αριθμήθηκαν με απόλυτα αριθμητικά. Πρώτη του Σαββάτου, Δευτέρα του Σαββάτου, έως έκτη του Σαββάτου που αργότερα ονομάστηκε Παρασκευή, αφού αυτή την ημέρα παρασκευάζονταν τα απαραίτητα για την ιερή έβδομη ημέρα. Ταυτόχρονα, όμως, και οι αρχαίοι Έλληνες παρέλαβαν την εβδομάδα, δίνοντας στις 7 ημέρες ονόματα Θεών τους, που αντιπροσώπευαν τους 7 πλανήτες.

Τα ημερολόγια των λαών

Όλοι οι λαοί ανέπτυξαν τα ημερολόγια τους και λόγω των εμφανών ατελειών τους χρησιμοποιούσαν διάφορα συστήματα για διορθώσεις. 'Αλλοι βασίστηκαν σε παρατηρήσεις της σελήνης και άλλοι διαίρεσαν τον χρόνο σε δώδεκα ίσα ή άνισα μέρη. Σαν χρονολογίες εκκίνησης οι Έλληνες χρησιμοποίησαν την πρώτη Ολυμπιάδα (776 π.Χ.), οι Ρωμαίοι την κτίση της Ρώμης (753 π.Χ.), οι Αιγύπτιοι την δυναστεία του Μένες, οι Σουμέριοι αντίστοιχο κατάλογο βασιλέων, οι Χριστιανοί την γέννηση του Χριστού, οι Μουσουλμάνοι την Εγίρα το 622 μ.Χ. και οι Εβραίοι το 3.761 π.Χ. Το αρχαιότερο ημερολόγιο που έχει βρεθεί είναι κατά πάσα πιθανότητα ένα εύρημα στη Γαλλία, κοντά στο χωριό Πλακάρ. Κόκαλο από αετό με χαραγμένες επάνω του δέσμες μικρών ευθύγραμμων τμημάτων που μάλλον είναι ομαδοποιημένες με βάση τις φάσεις της Σελήνης: πρώτο τέταρτο, πανσέληνος, τελευταίο τέταρτο, για να επανέλθει η νέα Σελήνη. Υπολογίζεται ότι χαράχτηκε 11.000 χρόνια π.X.

Σήμερα είναι παραδεκτό ότι ο Σουμεριακός πολιτισμός ήταν ο αρχαιότερος από όλους τους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, που είχε συντάξει ημερολόγιο με ορισμένο αριθμό ημερών βασισμένο στις φάσεις της Σελήνης. Στο πάνθεον των Σουμερίων, σπουδαία θέση κατείχε ο θεός της Σελήνης Ναννάρ που στην περιοδικότητα των φάσεων του, οι ιερείς-αστρονόμοι της Σουμερίας βασίστηκαν για την δημιουργία του πρώτου ημερολογίου. Οι Σουμέριοι ιερείς-αστρονόμοι, που πρώτοι διαίρεσαν το έτος σε μικρότερες μονάδες, ήταν επίσης οι πρώτοι που διαίρεσαν και την ημέρα με βάση το ίδιο σύστημα. Έτσι, όπως το σεληνιακό έτος είχε 12 μήνες των 30 περίπου ημερών, όμοια και το ημερονύκτιό τους είχε 12 ντάννα, που το καθένα διαιρείτο σε 30 γκες. Ο αριθμός 12 προέρχεται από το σύστημα αρίθμησης των Σουμερίων, το οποίο είχε ως βάση τον αριθμό 60 (=5χ12). Οι Σουμέριοι ιερείς καταχωρούσαν και φυλάγανε με μεγάλη προσοχή αρχεία αυτών των παρατηρήσεων, που ήταν χαραγμένα πάνω σε πήλινες πινακίδες. Κατά τις ανασκαφές στη Νινευή, βρέθηκαν αποσπάσματα μεγάλου αστρονομικού έργου το οποίο αποτελείτο από 72 πινακίδες. Στους Σουμεριακούς μήνες είχαν δοθεί ονόματα που αναφέρονται στην αγροτική ζωή, όπως του ανθισμένου αγρού, του ποτίσματος, της σποράς, του θερισμού κλπ. Γύρω στο 2400 π. χ. οι Σουμέριοι, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα των ανασκαφών, χρησιμοποιούσαν ήδη και το ηλιακό έτος των 360 ημερών, που διαιρείτο κατά το πρότυπο του ζωδιακού κύκλου, σε 12 μήνες των 30 ημερών.

Τους πολιτισμούς των Σουμερίων και των Ακκαδίων διαδέχτηκαν οι Ασσύριοι και Χαλδαίοι. Το σύνολο αυτών των Μεσοποτάμιων πολιτισμών ονομάστηκε "Βαβυλωνιακός πολιτισμός" από την ελληνική ονομασία της σπουδαιότερης πόλης τους, της Βαβυλώνας. Οι βρετανικές ανασκαφές στη Νινευή έφεραν στο φως τις επτά πινακίδες στις οποίες διασώθηκε ο μύθος της δημιουργίας του κόσμου από το χάος (Ενούμα Ελίς). Μέσα από τους στίχους του "Ενούμα Ελίς" υποδηλώνεται το γεγονός, ότι οι Βαβυλώνιοι καθόριζαν τις περιόδους των μηνών τους με τις φάσεις ορισμένων λαμπρών άστρων. Σε άλλα κείμενα υπάρχουν κατάλογοι 36 συνολικά άστρων. Αυτό σημαίνει ότι οι μήνες του έτους ήταν συνολικά 12, αφού τρία άστρα αναφέρονταν σε κάθε μήνα και όλα τα άστρα μαζί ήταν 36. Τον 6ο π. χ. αιώνα ο βαβυλώνιος αστρονόμος Ναμπόυ-ριμανού, είχε υπολογίσει με εκπληκτική ακρίβεια τη διάρκεια του ηλιακού έτους. Ο υπολογισμός αυτός πιθανώς είναι η αρχαιότερη γνωστή προσέγγιση του ηλιακού έτους ως προς την πραγματική διάρκειά του. Οι ημέρες ξεκούρασης ονομάζονταν Sabattu ή Shabbatum και από αυτήν προέρχεται το αντίστοιχο εβραικό Σάββατο.

Ένα σωστό ετήσιο ημερολόγιο πρέπει να έχει βάση του τον ακριβή χρόνο που χρειάζεται η Γη για να συμπληρώσει μια πλήρη περιφορά της γύρω από τον Ήλιο. Αυτή η κίνηση της Γης αντικαθρεπτίζεται στη φαινόμενη κίνηση του Ήλιου ανάμεσα στους αστερισμούς. Οι Βαβυλώνιοι κατέγραψαν για πρώτη φορά την αργή αυτή κίνηση του Ήλιου από τη Δύση προς την Ανατολή, γιατί παρατηρούσαν προσεκτικά τον ορίζοντα την ώρα της Δύσης. Επειδή όμως ο Ήλιος επέστρεφε στην αφετηρία του έπειτα από περίπου 360 ημέρες, οι Βαβυλώνιοι χώρισαν τον κύκλο σε 360 μοίρες, κάτι που παραμένει σε ισχύ ακόμη και σήμερα, και θέσπισαν συγχρόνως ένα μικτό σεληνιακό και ηλιακό ημερολόγιο.

Το Αιγυπτιακό έτος αποτελείτο από 12 μήνες των 30 ημερών και από 5 συμπληρωματικές - επαγόμενες ημέρες, οι οποίες ακολουθούσαν τους 12 μήνες, ώστε το τελικό σύνολο ημερών να είναι 365 ημέρες. Οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν αρχή του εικοσιτετραώρου την ανατολή του Ήλιου. Όπως και άλλοι αρχαίοι ανατολικοί λαοί, διαίρεσαν τη μέρα σε 12 ώρες (χαρού). Όμοια διαίρεσαν και τη διάρκεια της νύχτας σε 12 ώρες. Αυτές οι εποχιακές ώρες, όπως τις ονόμασαν, μεταβάλλονταν σε διάρκεια κατά τις διάφορες εποχές του έτους, αφού η διάρκεια της φυσικής ημέρας αυξομειωνόταν από ηλιοστάσιο σε ηλιοστάσιο. Η ώρα δεν ήταν λοιπόν το 1/24 της όλης ημέρας. Η ημερήσια ώρα ήταν το 1/12 του χρονικού διαστήματος μεταξύ ανατολής και δύσης του Ήλιου, ενώ αντίστοιχα η νυχτερινή ώρα ήταν το 1/12 του χρόνου μεταξύ δύσης και ανατολής του Ήλιου. Λόγω της παρουσιαζόμενης διαφοράς στη χρονική διάρκεια μέρας και νύχτας μεταξύ καλοκαιριού και χειμώνα, η αιγυπτιακή ώρα άλλαζε συνεχώς, είχε δηλαδή μεταβλητή διάρκεια. Οι Αιγύπτιοι μέτραγαν το πέρασμα του χρόνου με τα ηλιακά ρολόγια και τις κλεψύθρες, που ήταν έτσι κατασκευασμένες, ώστε να δείχνουν τις ώρες ανάλογα με τις εποχές του έτους. Η σημασία του αρχαίου αιγυπτιακού ημερολογίου είναι πολύ σπουδαία, διότι σ' αυτό περιλαμβάνονταν, για πρώτη φορά στην ιστορία, οι βασικές αρχές που επεκράτησαν και στα νεότερα χρόνια.

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ήταν οι πρώτοι που αποδέσμευσαν το ημερολόγιό τους από τον συνοδικό σεληνιακό μήνα. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι συνέδεσαν επίσης τη διάρκεια του έτους τους με δύο σχεδόν συμπίπτοντα φυσικά φαινόμενα. Τις ετήσιες πλημμύρες του Νείλου και την εμφάνιση του Σείριου λίγο πριν την ανατολή του Ήλιου. Η σχεδόν ταυτόχρονη ανατολή του Σείριου και του Ήλιου δεν συνέπιπταν στην ίδια πάντα χρονική περίοδο και ολοένα απέκλινε από την πραγματική, λόγω του γεγονότος ότι οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν προσεγγιστικό ηλιακό έτος διάρκειας 365 ημερών και όχι 365,25 ημερών. Οι Αιγύπτιοι δεν είχαν χρονολογική αφετηρία, αλλά ανέφεραν τα γεγονότα στο έτος της βασιλείας του εκάστοτε Φαραώ, γι αυτό το λόγο δεν υπήρχε ακριβέστατη χρονολογία των δυναστειών. Τα χρόνια αριθμούνταν σύμφωνα με τις βασιλείες των Φαραώ, πράγμα που διατηρήθηκε μέχρι την εποχή των Πτολεμαίων, οπότε και καθιερώθηκαν οι χρονολογικές εποχές. Ο Πτολεμαίος ο Ευεργέτης το 238 π. Χ. επιχείρησε να καθιερώσει μία ημέρα ακόμα στη διάρκεια του χρόνου ανά τέσσερα χρόνια, πράγμα που απέτυχε. Ο Αύγουστος το 26 - 23 π. Χ. κατόρθωσε να επιβάλει τη μεταρρύθμιση αυτή. Το αιγυπτιακό ημερολόγιο υιοθετήθηκε γύρω στο 500 π. Χ. από τους Πέρσες και επιζεί σε κάποια ελαφρά τροποποιημένη μορφή στο αρμενικό ημερολόγιο.

Στην αρχαία Ελλάδα, με το σύστημα της "πόλης κράτους" που επικρατούσε, κάθε κοινότητα είχε το δικό της ημερολόγιο. Όλα όμως τα ελληνικά ημερολόγια είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα: ήταν σεληνιακά. Όλα επίσης χώριζαν το χρόνο σε 12 μήνες και για να κρατούνται σταθεροί κατέφευγαν στην ανάγκη να επαναλαμβάνουν ένα μήνα ή να έχουν και 13ο μήνα. Από τα έργα του Ησιόδου, του Ομήρου και τις πήλινες πινακίδες του 13ου αιώνα π.X. συνάγεται ότι στον ελλαδικό χώρο οι άνθρωποι δεν τα βρήκαν όλα έτοιμα και δεν τα αντέγραψαν από τους Βαβυλωνίους, όπως πιστεύουν μερικοί. Χρησιμοποίησαν και οι Έλληνες το σεληνιακό έτος με 354 ημέρες, αλλά είχαν αρκετές γνώσεις για να καταλάβουν ότι δεν μετρούσε με ακρίβεια τη διάρκεια ενός ηλιακού έτους - δηλαδή, όπως είναι το σημερινό δικό μας - και άρχισαν οι προσπάθειες για να διορθωθεί. Ο αθηναίος αστρονόμος και γεωμέτρης Μέτων το 433 π.X. κατάφερε όχι μόνο να υπολογίσει ότι η διάρκεια του έτους έπρεπε να είναι 365 ημέρες και 5/19 της ημέρας, αλλά έδειξε και τον τρόπο να προβλέπονται ακριβώς οι ημερομηνίες των φάσεων της Σελήνης για μια περίοδο 19 ετών και ποιες διορθώσεις έπρεπε να γίνουν, ώστε έφθασε να είναι το κάθε έτος ίσο με 365 ημέρες, 6 ώρες και 19 λεπτά περίπου (αν σκεφθούμε ότι το έτος 2000 μ.X. υπολογίστηκε ότι είχε διάρκεια 365 ημέρες, 5 ώρες και 49 λεπτά περίπου, είχε κάνει πολύ καλή δουλειά).

Και άλλοι έλληνες διαπρεπείς αστρονόμοι, όπως ο Κάλλιππος και ο Ιππαρχος, βελτίωσαν το ημερολόγιο, φθάνοντας το σφάλμα μόλις στη 1 ημέρα κάθε 222 χρόνια, μόνο που όλοι επέμεναν στη σχεδόν αδύνατη προσπάθεια να διαιρούν το ηλιακό έτος σε ακέραιους σεληνιακούς μήνες. Ίσως διότι το ήπιο κλίμα της Αττικής τούς επέτρεπε να κάνουν τις διορθώσεις που ήθελαν και να τις προσθέτουν όταν τις ήθελαν, χωρίς κάποια έντονα καιρικά φαινόμενα να δείχνουν ότι δεν είχαν δράσει εγκαίρως. Πρωτοχρονιά πάντως στην Αττική των κλασικών χρόνων είχαν τον μήνα Εκατομβαιώνα, μόλις εμφανιζόταν η νέα Σελήνη μετά την (σημερινή) 21η Ιουνίου, ενώ αυτή την εποχή διήνυαν τον μήνα Ποσειδεώνα. Ενώ τέλος, ο Παρθενώνας φτιάχτηκε με τρόπο που την 25η Ιουλίου, που ήταν η τελευταία μέρα των Παναθηναίων, ο ανατέλλων Σείριος να φωτίζει το άγαλμα της θεάς Αθηνάς.

Το ρωμαϊκό ημερολόγιο

Το έτος του Ρωμύλου αποτελούνταν από 304 ημέρες, που τις χώριζαν σε 10 μήνες με πρώτο μήνα το Μάρτιο. Ο Πομπήιος Νουμάς (714-671 π.Χ), αργότερα πρόσθεσε δύο μήνες ακόμα, τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο, και καθιέρωσε το σεληνιακό ημερολόγιο. Έτσι η διάρκεια του έτους έγινε 355 ημέρες. Οι μήνες Μάρτιος, Μάιος, Κουιντίλις (Ιούλιος) και Οκτώβριος είχαν 31 ημέρες ο καθένας, οι μήνες Απρίλιος, Ιούνιος Σεξτίλις (Αύγουστος), Σεπτέμβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος και Ιανουάριος είχαν από 29 ημέρες, ενώ ο Φεβρουάριος είχε 28 ημέρες. Το ρωμαϊκό ημερολόγιο δέχτηκε δύο σοβαρές μεταρρυθμίσεις, την πρώτη από τον Ιούλιο Καίσαρα, που έδωσε και το όνομά του στο μήνα Κουιντίλις, και η άλλη από τον Αύγουστο, που το όνομά του πήρε ο μήνας Σεξτίλις. Η πρώτη μεταρρύθμιση βασίστηκε στο εξής γεγονός: Η παρεμβολή του εμβόλιμου μήνα για τη σταθερότητα των μηνών σε ορισμένες περιόδους γινόταν αρχικά κάθε δύο χρόνια. Το δικαίωμα όμως παρεμβολής είχαν οι ιεράρχες. Έτσι πολύ συχνά εγκαταλείπονταν, με αποτέλεσμα να ξεφύγουν οι μήνες από την κανονική τους θέση στο φυσικό έτος.

Το Ιουλιανό ημερολόγιο

Όταν έγινε μέγιστος ποντίφικας ο Ιούλιος Καίσαρας (63 π. Χ. ), με τη βοήθεια του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη από την Αλεξάνδρεια, πρόσθεσε, εκτός από τον εμβόλιμο μήνα που αντιστοιχούσε, και άλλους δύο, έτσι ώστε το έτος απέκτησε 355 ημέρες και ονομάστηκε έτος σύγχυσης. Αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα να ξαναποκτήσουν οι μήνες την κανονική τους θέση. Ο Σωσιγένης, βασισμένος στους υπολογισμούς του πατέρα της Αστρονομίας Ιππάρχου (ο οποίος έναν αιώνα νωρίτερα είχε προσδιορίσει ότι το ηλιακό ή τροπικό έτος έχει διάρκεια ίση με 365,242 ημέρες), θέσπισε ένα ημερολόγιο του οποίου τα έτη είχαν 365 ημέρες, ενώ σε κάθε τέταρτο έτος πρόσθεταν ακόμη μια ημέρα, μετά την "έκτη προ των καλενδών του Μαρτίου", που ονόμαζαν "bis sextus". Έτσι η ημέρα αυτή, επειδή μετριόταν δυο φορές, ονομάζεται ακόμη και σήμερα "δις έκτη" και το έτος που την περιέχει "δίσεκτο". Κάθε μήνας είχε "εκ περιτροπής" 30 και 31 ημέρες, εκτός από το Φεβρουάριο που είχε 28. Με διάταγμα καθόρισε να προστίθεται κάθε 4 χρόνια η εμβόλιμη ημέρα και να λογαριάζεται ως 29η Φεβρουαρίου. Από παρανόηση της συγκλήτου, στα 4 χρόνια λογαριαζόταν και το πρώτο, με αποτέλεσμα η παρεμβολή να γίνεται κάθε 3 χρόνια. Έτσι το έτος 8 π. Χ. έφτασε να αρχίζει τρεις ημέρες αργότερα. Ο Αύγουστος με την επεξεργασία ελλήνων αστρονόμων διόρθωσε το σφάλμα με το να μην προσθέτουν εμβόλιμη ημέρα για 12 χρόνια. Το ρωμαϊκό ημερολόγιο διαδόθηκε σ' όλο τον κόσμο με τις ρωμαϊκές κατακτήσεις. Αργότερα, συνυφασμένο με το χριστιανικό εορτολόγιο, όπως το καθιέρωσε βελτιωμένο το 1582 ο Πάπας Γρηγόριος ο ΧΙΙΙ, προτιμήθηκε έναντι άλλων ημερολογίων. Το Ιουλιανό ημερολόγιο διαφέρει από το Γρηγοριανό μόνο στον προσδιορισμό των δίσεκτων ετών. Στο Ιουλιανό ημερολόγιο το μέσο έτος έχει διάρκεια 365,25 ημερών. Συγκρινόμενο με την πραγματική διάρκεια του ηλιακού τροπικού έτους των 365,24219879 ημερών, προκύπτει συσσωρευτικά ένα σφάλμα μιας ημέρας κάθε 128 χρόνια (το Ιουλιανό καθυστερεί σε σχέση με το ηλιακό). Για το Γρηγοριανό το σφάλμα είναι μια ημέρα κάθε 3300 χρόνια περίπου. Η παρανόηση λοιπόν του λαού ότι τα δίσεκτα έτη είναι «γρουσούζικα» (κι αν έρθουν χρόνια δίσεχτα και μήνες οργισμένοι, όπως λέει το δημοτικό μας τραγούδι) ίσως να προέρχεται ίσως να προέρχεται από την λανθασμένη αντίληψη της ετυμολογίας και ορθογραφίας της λέξεως δίσεκτο. Αντί δηλαδή του σωστού δις (που σημαίνει δυο φορές) να εννοείται λανθασμένα το αχώριστο προθεματικό μόριο δυσ, που έχει την έννοια της δυστυχίας, της δυσκολίας, της κακής καταστάσεως ή του απευκταίου αποτελέσματος.

Το Γρηγοριανό ημερολόγιο

Αλλά και το Ιουλιανό ημερολόγιο δεν ήταν τέλειο. Γιατί παρ’ όλο τον καλύτερο προσδιορισμό του ηλιακού έτους από τον Σωσιγένη, υπήρχε ακόμη μια μικρή απόκλιση από την πραγματικότητα, αφού η διάρκεια του ηλιακού έτους είναι 365,242199 ημέρες. Έτσι το καθορισμένο από τον Σωσιγένη έτος είναι μικρότερο του πραγματικού κατά 0,0078 της ημέρας, δηλαδή κατά 11 λεπτά και περίπου 13 δευτερόλεπτα, χρόνος που εκ πρώτης όψεως φαίνεται σχεδόν ασήμαντος. Κάθε τέσσερα χρόνια όμως το μικρό αυτό λάθος γίνεται περίπου 45 λεπτά, και κάθε 129 χρόνια φτάνει τη μια ολόκληρη ημέρα.

Μέσα στα πρώτα 400 χρόνια από την εφαρμογή του Ιουλιανού ημερολογίου το λάθος είχε φτάσει τις τρεις ημέρες, με αποτέλεσμα το 325 μ.Χ. η εαρινή ισημερία να συμβεί στις 21 Μαρτίου. Τη χρόνια εκείνη έγινε η Α΄ Οικουμενική Συνοδός στη Νίκαια της Βιθυνίας και θέσπισε τον ονομαζόμενο έκτοτε Όρο της Νικαίας για τον προσδιορισμό του εορτασμού του Πάσχα. Το λάθος όμως των περίπου 11 λεπτών του Ιουλιανού ημερολογίου συσσωρευόταν και η εαρινή ισημερία μετατοπιζόταν όλο και πιο ενωρίς. Έτσι ενώ την εποχή του Χριστού η εαρινή ισημερία συνέβαινε στις 23 Μαρτίου, το 325 μ.Χ. συνέβη στις 21 Μαρτίου και το 1582 μ.Χ. είχε φτάσει να συμβαίνει στις 10 Μαρτίου, γεγονός που δημιουργούσε προβλήματα στον ακριβή καθορισμό του εορτασμού του χριστιανικού Πάσχα σύμφωνα με τον όρο που είχε θεσπίσει η Α΄ Οικουμενική Συνοδός. Στο Ιουλιανό ημερολόγιο λοιπόν, υπήρχε βαθμιαία μετάθεση των ημερολογιακών χρονολογιών των εποχών. Έτσι λοιπόν σε 11.000 χρόνια ο Ιανουάριος θα έπαυε να ήταν χειμωνιάτικος μήνας. Το 1572, τη χρόνια που εξελέγη πάπας ο Γρήγορος ΙΓ, ο ιησουΐτης αστρονόμος Χριστόφορος Κλάβιους, με τη βοήθεια του αστρονόμου Λουίτζι Λίλιο, επεξεργάστηκε την παπική βούλα της ημερολογιακής μεταρρύθμισης που δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1582. Με τη μεταρρύθμιση η 5η Οκτωβρίου 1582 ονομάστηκε 15 Οκτωβρίου 1582, για να διορθωθεί το λάθος των 10 ημερών, που είχε συσσωρευτεί στους 11 προηγούμενους αιώνες, και για να επιστρέψει η εαρινή ισημερία στην 21η Μαρτίου. Επιπλέον η μέρα που παρεμβαλλόταν κάθε 4 χρόνια έπρεπε να μην παρεμβάλλεται στις εκατονταετηρίδες των οποίων οι αριθμοί δε διαιρούνταν ακριβώς με το 400. Έτσι τα χρόνια 1700, 1800 και 1900 δεν ήταν δίσεκτα. Όπως και στο Ιουλιανό, οι ημέρες θεωρούνται ότι αρχίζουν τα μεσάνυχτα. Η μέση διάρκεια του Γρηγοριανού έτους, που είναι 365,2425 ημέρες, συγκρινόμενη με την πραγματική διάρκεια του ηλιακού τροπικού έτους (ο χρόνος από εαρινή σε εαρινή ισημερία), που είναι 365,24219878 ημέρες, είναι ελαφρά μεγαλύτερη. Έτσι, το ημερολόγιο συσσωρεύει αθροιστικά σε σχέση με το ηλιακό έτος ένα σφάλμα μιας ημέρας κάθε 3300 χρόνια περίπου. Το Γρηγοριανό ημερολόγιο σαν ένα καθαρά ηλιακό ημερολόγιο δεν προσπαθεί να συγχρονίσει την έναρξη των μηνών με τις φάσεις της σελήνης.

Αυτό το ημερολόγιο επικράτησε των υπολοίπων, αλλά δεν έγινε αμέσως αποδεκτό απ’ όλες τις δυτικές χώρες. Όταν συγκρίνουμε ιστορικές ημερομηνίες είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη μας ότι το Γρηγοριανό ημερολόγιο, το οποίο ισχύει σήμερα σ' όλες τις δυτικές χώρες και εφαρμόζεται στις παγκόσμιες εμπορικές συναλλαγές, τέθηκε σε ισχύ σε διαφορετικούς χρόνους στις διάφορες χώρες του κόσμου. Η Μεγάλη Βρετανία και οι αποικίες της (συμπεριλαμβανομένων και των σημερινών Η.Π.Α.), αποδέχθηκαν το νέο ημερολόγιο το 1752, και την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου του Ιουλιανού ημερολογίου τη διαδέχθηκε η Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου του Γρηγοριανού. Και για να ολοκληρώσουμε, σας αναφέρουμε και το εξής χαριτωμένο: Όσο και αν ψάξετε σε οποιοδήποτε αρχείο των ελληνικών ληξιαρχείων δεν πρόκειται να βρείτε ούτε έναν Έλληνα ή Ελληνίδα που να έχει καταχωρηθεί με ημερομηνία γέννησης από 16 έως 28 Φεβρουάριου 1923! Όχι, φυσικά, γιατί δεν είχαμε ούτε μια γέννα σε μία ολόκληρη περίοδο 13 ημερών, αλλά γιατί απλούστατα το 1923 είχε μόνο 352 ημέρες! Του έλειπαν δηλαδή οι 13 ημέρες μεταξύ 16 και 28 Φεβρουάριου λόγω της αλλαγής Ημερολογίου στην Ελλάδα!

Αν και κανένας δεν μπορεί να μιλά κυριολεκτικά για Γρηγοριανές ημερομηνίες πριν την θέση σε ισχύ του νέου ημερολογίου, το ημερολόγιο αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για παρελθούσες ημερομηνίες. Στις περιπτώσεις αυτές κάνουμε χρήση της σύμβασης ότι το έτος πριν το έτος 1 είναι το έτος 0. Αυτό διαφέρει από το Ιουλιανό ημερολόγιο στο οποίο δεν υπάρχει έτος 0 – το έτος πριν το έτος 1 είναι το Ιουλιανό έτος -1. Η ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου του έτους 0 στο Γρηγοριανό, αντιστοιχεί στην 1η Γενάρη του 1 στο Ιουλιανό ημερολόγιο.

Μια μικρή τροποποίηση του Γρηγοριανού ημερολογίου μπορεί να το κάνει περισσότερο ακριβές: Αν θεωρήσουμε τον πρόσθετο κανόνα ότι και τα έτη που διαιρούνται με το 4000 δεν είναι δίσεκτα, προκύπτει ένα μέσο ημερολογιακό έτος 365,24225 ημερών. Συγκρινόμενο με το πραγματικό ηλιακό έτος, ισοδυναμεί με σφάλμα μιας ημέρας σε περίοδο 19.500 ετών, το οποίο είναι συγκρίσιμο με τα σφάλματα εξαιτίας της παλιρροϊκής πέδησης της Γης.

Το Ισλαμικό ημερολόγιο

Το πιο κοινά χρησιμοποιούμενο ισλαμικό ημερολόγιο είναι ένα καθαρά σεληνιακό ημερολόγιο και αποτελείται από 12 εναλλασσόμενους μήνες των 30 και 29 ημερών. Ο τελικός μήνας των 29 ημερών επεκτείνεται σε 30 ημέρες στα δίσεκτα χρόνια. Οι μέρες θεωρούνται ότι αρχίζουν το ηλιοβασίλεμα και οι εβδομάδες αρχίζουν την Κυριακή. Η αρχή του ημερολογίου τοποθετείται την Παρασκευή 16 Ιούλη 622 μ.Χ με το Ιουλιανό ημερολόγιο, ή την Ιουλιανή ημέρα 1.948.439,5. Την ημέρα αυτή ο Μωάμεθ αναχώρησε από τη Μέκκα για τη Μεδίνα. Επειδή το ισλαμικό ημερολόγιο είναι στενά συνδεδεμένο με τη σελήνη οι μήνες μετακινούνται αισθητά σε σχέση με τις εποχές. Κάθε μήνας αρχίζει περίπου 11 μέρες νωρίτερα σε σχέση με το ηλιακό έτος. Το ιρανικό ημερολόγιο κάνει χρήση ενός εξαιρετικά πολύπλοκου συστήματος δίσεκτων ετών, αλλά κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι από τα ακριβέστερα ηλιακά ημερολόγια σε χρήση σήμερα.

Το Παγκόσμιο ημερολόγιο

Γύρω στο 1900 έγινε φανερό ότι το Γρηγοριανό ημερολόγιο από έλλειψη ομοιομορφίας δυσχεραίνει τις συναλλαγές, τις επικοινωνίες και γενικά τις σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα κράτη. Έτσι έγινε φανερή η ανάγκη της καθιέρωσης ενός παγκόσμιου ημερολόγιου. Η ινδική αντιπροσωπεία υπέβαλε σχετικό σχέδιο ημερολογίου στον Ο. Η. Ε., το οποίο όμως δεν προχώρησε εξαιτίας της αντίδρασης του κλήρου των δυτικών χωρών στο θέμα αυτό. Σύμφωνα με το σχέδιο, ο χρόνος χωρίζεται σε τέσσερα ίσα τρίμηνα. Καθένα απ' αυτά έχει 91 ημέρες, δηλαδή 13 εβδομάδες, που σχηματίζουν 3 μήνες, από τους οποίους ο πρώτος έχει 31 ημέρες και οι άλλοι δύο από 30. Η 365η ημέρα προστίθεται στο τέλος του χρόνου, ενώ η 366η ημέρα (στα δίσεκτα έτη) προστίθεται στο δεύτερο τρίμηνο. Οι δύο αυτές ημέρες δεν υπολογίζονται στην εβδομάδα και δεν έχουν ημερομηνία. Σύμφωνα με το ημερολόγιο αυτό όλοι οι μήνες έχουν 26 εργάσιμες ημέρες και όλες οι ημέρες της εβδομάδας όλων των ετών έχουν την ίδια ημερομηνία.

Όπως φαίνεται από τη σύντομη αναδρομή μας σε μερικά γνωστά Ημερολόγια, η πολυπλοκότητα των ημερολογίων οφείλεται κυρίως στην ασυμμετρία των αστρονομικών περιόδων επάνω στις οποίες στηρίζονται. Πράγματι, αν ο χρόνος είχε ακριβώς 365 1/4 ή 365 1/8 ημέρες, τότε θα μπορούσαν από τα τέταρτα και τα όγδοα να δημιουργηθούν ολόκληρες ημέρες. Ένας χρόνος όμως αποτελείται από 365 ημέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά, 46 δευτερόλεπτα και μερικά δέκατα του δευτερολέπτου. Είναι αδύνατο να δημιουργηθούν ένα ή περισσότερα ημερονύχτια με πολλαπλάσιο τις 5 ώρες, τα 48 λεπτά, τα 46 δευτερόλεπτα και τα δέκατα του δευτερολέπτου. Είναι φανερό, ότι η ύπαρξη επιπλέον δεκαδικών ψηφίων μετά τον ακέραιο αριθμό των 365 ημερών δημιουργεί την κύρια δυσκολία για τη σύνταξη ενός ηλιακού ημερολογίου. Η δυσκολία αυτή ξεπεράστηκε με τη χρήση των λεγόμενων Δίσεκτων Ετών και μετά από πολλές αναπροσαρμογές. Χρειάστηκε να γίνουν ημερολογιακά άλματα, να μην προσμετρηθούν ημέρες, να προστεθούν σε άλλα έτη. Στο Δίσεκτο Έτος προστίθεται μία επιπλέον μέρα έτσι ώστε να καλύπτεται το σφάλμα του χρόνου, που προκύπτει από την παράλειψη του δεκαδικού μέρους του τροπικού έτους στα προηγούμενα έτη. Η δυσκολία γινόταν ανυπέρβλητη, στην προσπάθεια να συνδυαστεί η ακρίβεια της ετήσιας κίνησης του Ήλιου και οι εποχές με τις περιοδικές φάσεις της Σελήνης και με ορισμένες θρησκευτικές εορτές (όπως το Πάσχα).

2. Ο Αστρολάβος των Αντικυθήρων

Από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της αρχαιότητας είναι ο επονομαζόμενος «Αστρολάβος των Αντικυθήρων» που τελικά αποδεικνύεται ότι δεν ήταν αστρολάβος αλλά αστρονομικός υπολογιστής.

Κάποιοι σφουγγαράδες τον βρήκαν το 1901 κοντά στα Αντικύθηρα σε ένα ναυάγιο ρωμαϊκής εποχής. Η διαδικασία ανέλκυσης των ευρημάτων του ναυαγίου κράτησε σχεδόν 6 μήνες με ανθρώπινες απώλειες έναν νεκρό και δύο μόνιμα ανάπηρους σφουγγαράδες που συνεργάστηκαν στην ανέλκυση. Αρκετά αργότερα, απ' το ναυάγιο ανασύρθηκαν μερικά ακόμα ευρήματα απ' τον γνωστό ερευνητή των βυθών Ζακ Υβ Κουστώ. Η χρήση του αντικειμένου παρέμεινε άγνωστη για χρόνια. Ο καθηγητής Στάης αντιλήφθηκε πρώτος την χρήση του και ο Ντήν Μέρριττ υπολόγισε την ηλικία του με βάση τον γραφικό χαρακτήρα των λέξεων πάνω στο μέταλλο, στον πρώτο αιώνα π.Χ. Στο ερευνητικό κέντρο Δημόκριτος ο καθηγητής Derek de Solla Piere από το πανεπιστήμιο του Yale και ο καθηγητής πυρηνικής φυσικής Χαράλαμπος Καράκαλος ενώνοντας τις δυνάμεις τους, εξέτασαν τον «αστρολάβο» με ακτίνες Χ και Γ και βρήκαν έναν εκπληκτικά περίπλοκο μηχανισμό απροσδόκητο για το 80 π.Χ. που χρονολογήθηκε τελικά η κατασκευή του. Είναι η πιο περίπλοκη γνωστή μηχανική κατασκευή μέχρι το 1200 μ.Χ.!.

Ο μηχανισμός που βρέθηκε στα Αντικύθηρα έχει πάρα πολλά μεταλλικά κυκλικά γρανάζια τοποθετημένα με τέτοιο τρόπο που να εξομοιώνεται η κίνηση κάποιων πλανητών. Ποιος και πώς το κατασκεύασε με τέτοιες αστρολογικές γνώσεις και κατασκευαστική ακρίβεια εκείνη την εποχή παραμένει μυστήριο. Η ανάλυση δείχνει ότι πρόκειται πολύ περισσότερο για αστρονομικό μηχανικό υπολογιστή και λιγότερο για έναν πιο περίπλοκο αστρολάβο. Στον αστρολάβο υπήρχαν 27 διαφορετικά γρανάζια τα οποία κινούταν ταυτόχρονα σύμφωνα με τις επιλογές μιας χειρολαβής. Όλα βρίσκονταν σε ξύλινο κουτί με πιθανότερες διαστάσεις 33x17x10 εκατοστά. Στο εμπρός μέρος υπήρχαν δύο ομόκεντροι δίσκοι με ενδείξεις ημερομηνίας σε σχέση με την θέση του ήλιου, και ημερομηνία σε σχέση με την σελήνη. Στην πίσω όψη υπήρχαν δύο δίσκοι. Ο ένας μετρούσε μέρες του σεληνιακού μήνα αλλά και τον υπολογισμό των εκλείψεων σελήνης. Ίσως αυτά φαίνονται απλά, αλλά αντίστοιχοι υπολογισμοί απαιτούν χρήση αριθμών με έξι δεκαδικά ψηφία. Άλλη πρωτοποριακή τεχνική εφαρμογή ήταν η χρήση διαφορικού συστήματος κίνησης από μία είσοδο σε δύο εξόδους. Κατά την λειτουργία του διαφορικού η ταχύτητα περιστροφής της εισόδου ισούται με την διαφορά ταχυτήτων των εξόδων. Στον μηχανισμό των Αντικυθήρων το διαφορικό χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτρέπει τον συσχετισμό των συνοδικών δεδομένων με τα αστρικά. Με δεδομένα την κίνηση του ήλιου και της σελήνης, υπολογίζονται οι φάσεις της σελήνης.

O Michael Wright από το Μουσείο Επιστημών του Λονδίνου με την συνεργασία του Allan Bromley του πανεπιστημίου Sydney, μελέτησαν τον μηχανισμό με νέο τύπο ακτινοσκόπησης, γραμμική τομογραφία, και βρήκαν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις ακριβείς θέσεις των γραναζιών στο αρχικό σύστημα, καθώς και την πιθανότερη θέση και διάσταση των εξαρτημάτων που χάθηκαν. Με τα νέα δεδομένα συμπέρανε ότι ο μηχανισμός δεν αναπαραστούσε μόνο τις κινήσεις τού Ήλιου του Ερμή της Αφροδίτης και της Σελήνης, αλλά και του Άρη του Δία και του Κρόνου! Παρόμοιος μηχανισμός δεν έχει βρεθεί οπουδήποτε αλλού. Κοντά στο 500 μ.Χ. συναντάμε μια παρόμοια κατασκευή στο Βυζάντιο που μπορούσε να υπολογίζει με κάποιο μηχανισμό θέσεις ήλιου, σελήνης και πλανητών για ορισμένες γεωγραφικές θέσεις. Η κατασκευή του δείχνει αρκετά απλούστερη με μόλις 8 γρανάζια. Αρκετά αργότερα, κοντά στο 1200 μ.Χ., συναντάμε παρόμοια κατασκευή από Άραβες αστρονόμους που εξελίσσοντας την επιστήμη της αστρολογίας χρησιμοποίησαν αστρολάβους παρόμοιων λειτουργιών. Αρκετά αργότερα, μετά τον μεσαίωνα εμφανίζονται τα πρώτα ρολόγια, που επίσης είχαν μεγάλη πολυπλοκότητα γιατί προσπαθούσαν να μετρήσουν όχι την ώρα, αλλά σεληνιακές φάσεις και κινήσεις άλλων άστρων.



Πηγή: Το Πλήρες Βιβλίο Για Την Αστρονομία Και Το Διάστημα, Λάιζα Μάιλς, Εκδοτικός Οίκος: Πατάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου