Ολόκληρη πόλη, με τα θεμέλιά της στα νέφη πάνω από τον πλανήτη Αφροδίτη, σχεδιάζει επιστημονική ομάδα της NASA, που θα επιτρέψει σε αστροναύτες να μελετήσουν τον απαγορευτικό πλανήτη χωρίς να πλησιάσουν την πυρωμένη ατμόσφαιρά του. Η πόλη αυτή θα κρέμεται από μπαλόνια, που θυμίζουν τα γνωστά μας Ζέπελιν. Το κάθε ένα από τα μπαλόνια αυτά θα μπορεί να φιλοξενήσει δύο αστροναύτες για αποστολή διάρκειας τριάντα ημερών.
Σε πρωταρχικό στάδιο
Το φιλόδοξο σχέδιο, με κωδική ονομασία Havoc (λειτουργική ιδέα παρατήρησης της Αφροδίτης από πολύ μεγάλο υψόμετρο), βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της πρωταρχικής μελέτης από την ομάδα σχεδιασμού φουτουριστικών συστημάτων της NASA, τη Διεύθυνση Ανάλυσης Συστημάτων και Καινοτομιών (SACD). Οι επικεφαλής της NASA ευελπιστούν, όμως, να συνεχίσουν την ερευνητική προσπάθεια έως ότου το σχέδιο καταστεί εφικτό.

Η Αφροδίτη καλύπτεται από νέφη
Η Αφροδίτη διαθέτει πολλαπλά πλεονεκτήματα εξερεύνησης, σε σχέση με τον Αρη, καθώς βρίσκεται κοντά στη Γη, το μέγεθός της είναι ανάλογο με αυτό του δικού μας πλανήτη και η χημική της σύσταση είναι και αυτή παραπλήσια με τη γήινη. Παρά ταύτα, η Αφροδίτη παραμένει κατεξοχήν αφιλόξενη για τον άνθρωπο. Ο πλανήτης είναι πολύ θερμότερος από τη Γη, με τη μέση θερμοκρασία του να κυμαίνεται στους 462 βαθμούς Κελσίου, ενώ η ατμοσφαιρική του πίεση είναι 92 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της Γης.
Στην επιφάνειά του γιγάντια ηφαίστεια εκτοξεύουν λάβα και η ατμόσφαιρά του αποτελείται από νέφη τοξικών οξέων. Ακόμη και τα μη επανδρωμένα εξερευνητικά οχήματα που έχουν σταλεί σε αυτόν κάηκαν λίγα δευτερόλεπτα μετά την άφιξή τους.

Παρότι οι συνθήκες του πλανήτη καθιστούν ανέφικτη την παρουσία ανθρώπων σε αυτόν, ένα σκάφος σε τροχιά 45 χιλιομέτρων πάνω από την επιφάνεια θα επέτρεπε στους αστροναύτες να βιώνουν συνθήκες παρόμοιες με αυτές της Γης. Η ατμοσφαιρική πίεση στο υψόμετρο αυτό είναι ανάλογη με της Γης, ενώ η βαρύτητα θα ήταν λίγο μικρότερη. Αν και η θερμοκρασία σε αυτό το ύψος τροχιάς θα είναι αυξημένη, ένα καινοτόμο σκάφος θα μπορούσε να ψύχεται επαρκώς. Η σημαντικότερη πρόκληση για την αποστολή αφορά τη μέθοδο μετάβασης των μπαλονιών και τον τρόπο με τον οποίο θα φουσκώσουν, μετά την είσοδό τους σε τροχιά.
πηγή: kathimerini.gr – independent.co.uk
Έναν άγνωστο έως σήμερα μηχανισμό που επιτρέπει στον πλανήτη μας να παράγει αρκετά μεγάλες ποσότητες του νερού που καλύπτουν την επιφάνειά του, ανακάλυψαν Αμερικανοί επιστήμονες από το πολιτειακό πανεπιστήμιο του Οχάιο. Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο μηχανισμός αυτός θα μπορούσε να αναθεωρήσει την «ηλικία» του κύκλου του νερού στη Γη σε αρκετά δισεκατομμύρια χρόνια, από μερικά εκατομμύρια που εκτιμάται σήμερα. Επίσης, η διαδικασία είναι ακόμη και σήμερα ενεργή, συνεχίζοντας να εμπλουτίζει τους ωκεανούς και τις θάλασσες.

Η έρευνα έρχεται να φωτίσει την προέλευση του νερού στον πλανήτη, ένα ερώτημα που απασχολεί εδώ και δεκαετίες τους επιστήμονες, με ορισμένους να υποστηρίζουν πως έχει εξωγήινη «καταγωγή», αφού προήλθε από παγωμένους μετεωρίτες που «βομβάρδισαν» τη Γη στον πέρασμα του χρόνου. Σύμφωνα πάντως με την ανακοίνωση που έκαναν προχθές οι ερευνητές του Οχάιο σε συνέδριο της Αμερικανικής Ένωσης Γεωφυσικής, η γεωλογική διεργασία στα έγκατα της Γης που εντόπισαν ίσως έχει παραγάγει εξ ολοκλήρου τις ποσότητες νερού στον πλανήτη, αφού λειτουργεί αδιάλειπτα εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια.
Η ανακάλυψη των ερευνητών, της αναπληρώτριας καθηγήτριας γεωφυσικής Γουέντι Πανέρο και του διδακτορικού ερευνητή Τζεφ Πίγκοτ, βασίσθηκε σε υπολογιστικές προσομοιώσεις και πειράματα στο εργαστήριο, στα οποία αναπαρήγαγαν τις συνθήκες υψηλών πιέσεων που επικρατούν στον γήινο φλοιό. Με αυτό τον τρόπο, θέλησαν να εξετάσουν κατά πόσο θα μπορούσε να παραχθεί νερό από υπόγεια πετρώματα που περιέχουν άτομα υδρογόνου, εγκλωβισμένα σε κρυσταλλικές ατέλειες.
Με δεδομένο ότι αρκετά ορυκτά στο υπέδαφος είναι πλούσια σε οξυγόνο, τότε συγκεκριμένες χημικές αντιδράσεις θα μπορούσαν να απελευθερώσουν το υδρογόνο, το οποίο με την ένωσή του με το οξυγόνο θα σχημάτιζε νερό. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα πετρώματα με εγκλωβισμένο υδρογόνο έχουν σχετικά μικρή συγκέντρωση στον γήινο φλοιό. Καθώς ωστόσο ο φλοιός αποτελεί πάνω από το 80% του όγκου του πλανήτη, ακόμη κι έτσι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μεγάλες ποσότητες νερού.
Για να ελέγξουν την υπόθεσή τους, οι επιστήμονες πειραματίσθηκαν στο εργαστήριο με αρκετά πετρώματα που υπάρχουν στον γήινο φλοιό. Για να μελετήσουν τη συμπεριφορά των πετρωμάτων, τα υπέβαλαν σε υψηλές πιέσεις και θερμοκρασίες, εξετάζοντας την ποσότητα του υδρογόνου που απελευθέρωναν. Στη συνέχεια, αξιοποίησαν τις πειραματικές μετρήσεις για να δουν κατά πόσο οι γεωλογικές διεργασίες θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την ανάδυση αυτών των πετρωμάτων στην επιφάνεια της Γης – κάτι απαραίτητο, ώστε το νερό να καταλήξει στους ωκεανούς.
Με αυτό τον τρόπο, συμπέραναν πως το νερό θα μπορούσε να προέλθει από το ορυκτό ρινγκουδίτη, μια μορφή ολιβίνης που εντοπίζεται σε βάθος 500-800 χιλιομέτρων κάτω από την επιφάνεια. Εκεί, οι ίδιες γεωλογικές διαδικασίες που βρίσκονται πίσω από την κίνηση των λιθοσφαιρικών πλακών θα μπορούσαν να εξηγήσουν την ανάδυση του παραγόμενου νερού στην ατμόσφαιρα. Παράλληλα, διαπίστωσαν πως ο γρανάτης, μια ομάδα πυριτικών ορυκτών που εντοπίζεται ακόμη βαθύτερα, είναι επίσης υποψήφια «πηγή» του νερού των ωκεανών.
Με βάση τις προσομοιώσεις, τα υπόγεια κοιτάσματα αντιστοιχούν αυτή τη στιγμή περίπου στο 50% του νερού που υπάρχει στην επιφάνεια του πλανήτη μας, ενώ αργά αλλά σταθερά συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να εμπλουτίζουν τους ωκεανούς. Επίσης, σε αυτή την περίπτωση ο κύκλος του νερού στον πλανήτη μας δεν περιλαμβάνει μόνο τους ωκεανούς και την ατμόσφαιρα, με συνέπεια να έχει ξεκινήσει πριν από δισεκατομμύρια χρόνια.
Άστρα που κινούνται στη γαλαξιακή γειτονιά μας θα μπορούσαν να περάσουν σε μικρή απόσταση από τον Ήλιο και να διαταράξουν το σύννεφο κομητών που περιβάλλει το Ηλιακό Σύστημα, δείχνει προσομοίωση της κίνησης των άστρων στον ουρανό. Ως αποτέλεσμα, η Γη θα μπορούσε να δεχθεί βομβαρδισμό από αδέσποτους κομήτες.
Σήμερα, το πλησιέστερο άστρο είναι ο Εγγύτατος του Κενταύρου (Proxima Centauri), ένας κόκκινος νάνος σε απόσταση 4,24 ετών φωτός. Δεν θα είναι όμως για πάντα ο πλησιέστερος γείτονας του Ήλιου, αφού όλα τα άστρα του Γαλαξία βρίσκονται σε συνεχή κίνηση.
O Κόριν Μπάιλερ-Τζόουνς, ερευνητής του Ινστιτούτου Αστρονομίας Max Planck στη Χαϊδελβέργη, προσομοίωσε τις κινήσεις 50.000 άστρων, χρησιμοποιώντας τα δεδομένα της ευρωπαϊκής αποστολής Hipparcos, το οποίο χαρτογράφησε ολόκληρο τον ουρανό τη δεκαετία του 1990.
Η προσομοίωση αποκάλυψε 14 άστρα που θα πλησιάσουν τα επόμενα εκατομμύρια χρόνια τον Ήλιο σε απόσταση ενός parsec, ή 3,16 έτη φωτός. Ένα από αυτά, το Hip 8565, υπολογίζεται ότι έχει πιθανότητα 90% να περάσει σε απόσταση 0,13 έως 0,65 ετών φωτός σε 250 με 500 χιλιάδες χρόνια από σήμερα. Ένα δεύτερο άστρο, το GL 710, έχει πιθανότητα να βρεθεί σε απόσταση 0,32 έως 1,44 έτη φωτός τα επόμενα 1,3 εκατομμύρια χρόνια.
Όπως εξηγεί ο ερευνητής στο περιοδικό New Scientist, τα δύο αυτά άστρα θα βρεθούν αρκετά κοντά για να διαταράξουν το Νέφος του Όορτ, ένα σφαιρικό σύννεφο με δισεκατομμύρια κομήτες, το οποίο περιβάλλει το Ηλιακό Σύστημα σε απόσταση 0,0065 έως 1,63 έτη φωτός από τον Ήλιο.
Η βαρυτική έλξη των διερχόμενων άστρων δεν μπορεί παρά να επηρέαζε την κίνηση των κομητών με αποτέλεσμα να εκτραπούν ορισμένοι από αυτούς προς το εσώτερο Ηλιακό Σύστημα και τη Γη.
Ο Μπάιλερ-Τζόουνς θα συνεχίσει τώρα τις προσομοιώσεις για να υπολογίσει την πιθανότητα πρόσκρουσης κομητών στον πλανήτη.
Πιο ακριβείς προβλέψεις θα μπορούσαν να δώσουν τα δεδομένα της ευρωπαϊκής αποστολής Gaia, η οποία χαρτογραφεί τα άστρα του Γαλαξία με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια από ό,τι το Hipparcos.
H μελέτη του Μπάιλερ-Τζόουνς είναι διαθέσιμη στο arxiv.org.
news.in.gr – www.newscientist.com physicsgg