Μπορεί η συλλογή δεδομένων από το διαστημικό τηλεσκόπιο Kepler να σταμάτησε μετά την βλάβη που υπέστη,
ωστόσο στην τετραετή αποστολή του συνέλεξε αρκετά δεδομένα που θα μπορούσαν να απαντήσουν σε ένα πολύ σημαντικό ερώτημα:
Πόσα από τα 200 δισεκατομμύρια άστρα του γαλαξία μας διαθέτουν κατοικήσιμους πλανήτες;
Από την στατιστική ανάλυση όλων των δεδομένων του διαστημικού τηλεσκοπίου Κέπλερ, που πραγματοποίησαν αστρονόμοι του Πανεπιστημίου Berkeley στην Καλιφόρνια και του Πανεπιστημίου Manoa στη Χαβάη, προέκυψε ότι:
ένα στα πέντε άστρα σαν τον δικό μας ήλιο, διαθέτουν πλανήτες στο μέγεθος της γης και με επιφανειακή θερμοκρασία που ευνοεί την ανάπτυξη ζωής. Δεδομένου ότι το 20% των άστρων είναι σαν τον ήλιο μας, τότε ο αριθμός των δυνητικά κατοικήσιμων πλανητών ανέρχεται σε μερικά δισεκατομμύρια στον γαλαξία μας!
Οι εξωπλανήτες αυτοί βρίσκονται στην λεγόμενη κατοικήσιμη ζώνη του άστρου γύρω από το οποίο περιστρέφονται, στην απόσταση δηλαδή όπου οι θερμοκρασίες στην επιφάνεια του πλανήτη θα μπορούσαν να είναι κατάλληλες για τη ζωή.
Όμως, οι αστρονόμοι τονίζουν ότι ακόμη κι αν ένας εξωπλανήτης που μοιάζει με τη Γη και βρίσκεται μέσα στην κατοικήσιμη ζώνη, δεν είναι κατ’ ανάγκη φιλικός στη ζωή.
Και τούτο διότι υπάρχει πιθανότητα να έχουν πυκνή ατμόσφαιρα, η οποία με τη σειρά της θα έκανε τη θερμοκρασία στην επιφάνεια πολύ υψηλή και αφιλόξενη σε μακρομόρια σαν το DNA και τις πρωτεΐνες.
Σύμφωνα με την στατιστική ανάλυση των δεδομένων του διαστημικού τηλεσκοπίου Kepler, ο πλησιέστερος στη Γη εξωπλανήτης που θα μπορούσε να φιλοξενεί ζωή, βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη από 12 έτη φωτός. Το δε άστρο γύρω από το οποίο περιστρέφεται θα μπορούσαμε να το παρατηρήσουμε με γυμνό μάτι στον νυχτερινό ουρανό!
Η εργασία των αστρονόμων Erik A. Petigura et al δημοσιεύθηκε με τίτλο “Prevalence of Earth-size planets orbiting Sun-like stars” ΕΔΩ: www.pnas.org

Τον περασμένο Απρίλιο τα διαστημικά τηλεσκόπια Swift και Fermi εντόπισαν μια πολύ ισχυρή έκλαμψη ακτίνων γάμμα.
Οι αστρονόμοι σε όλο τον κόσμο έμειναν κυριολεκτικά έκθαμβοι από αυτή πανίσχυρη και υπέρλαμπρη έκρηξη ακτίνων γάμμα, η οποία αποτελεί, κατά πάσα πιθανότητα, προϊόν του εκρηκτικού θανάτου κάποιου μεγάλου άστρου. Η έκρηξη, που διήρκεσε επί πολλές ώρες, δημιούργησε πλέον ένα νέο αστρονομικό ρεκόρ ισχύος και διάρκειας για τέτοιου είδους φαινόμενα.
Η έκρηξη (Gamma-Ray Burst ή εν συντομία GRB) προήλθε από ένα μακρινό γαλαξία σε απόσταση περίπου 3,6 δισεκατομμυρίων ετών φωτός, στην κατεύθυνση του αστερισμού του Λέοντα. Είχε ενέργεια τουλάχιστον 94 δισεκατομμυρίων ηλεκτρονιοβόλτ (GeV) ή περίπου 35 δισεκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από την ενέργεια του ορατού φωτός. Το φαινόμενο έγινε αρχικά αντιληπτό από τα διαστημικά τηλεσκόπια Fermi και Swift της NASA.
Διεθνής ομάδα επιστημόνων ξεκίνησε αμέσως την μελέτη της έκρηξης και όπως προκύπτει έχουμε να κάνουμε με την ισχυρότερη, φωτεινότερη και μεγαλύτερης διάρκειας έκρηξη ακτίνων γάμμα που έχει παρατηρηθεί μέχρι σήμερα από τη Γη. Οι ειδικοί αναφέρουν ότι η μόνη πιο ισχυρή έκρηξη που γνωρίζουμε είναι η Μεγάλη Έκρηξη από την οποία δημιουργήθηκε το Σύμπαν. Ας σημειωθεί ότι τα διαστημικά τηλεσκόπια εντοπίζουν περίπου 120 εκρήξεις γάμμα ετησίως.
Ευτυχώς έγινε πολύ μακριά
Η έκρηξη έλαβε την κωδική ονομασία GRB 130427A και έγινε όταν το Σύμπαν ήταν 9,9 δισ. ετών σε ένα γαλαξία που βρίσκεται σε απόσταση 3,7 δισ. ετών φωτός από εμάς. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ερευνητών η έκρηξη προήλθε από ένα άστρο με μάζα 20-30 φορές μεγαλύτερη από αυτή του Ήλιου και είχε διάρκεια περίπου 20 ώρες.
Σύμφωνα με τους ειδικούς αν μια τέτοιας ισχύος έκρηξη γίνει σε απόσταση μικρότερη των χιλίων ετών φωτός από εμάς θα είχε καταστρέψει το στρώμα του όζοντος της ατμόσφαιρας αφήνοντας μας έρμαιο στην κοσμική ακτινοβολία η οποία κυριολεκτικά θα… έψηνε τη Γη. Η μελέτη δημοσιεύεται στο www.sciencemag.org.
Πάντως, ο καθηγητής αστρονομίας Πολ Ο’Μπράιαν του πανεπιστημίου του Λέστερ δήλωσε ότι «αυτές οι εκρήξεις μπορούν να συμβούν σε οποιοδήποτε γαλαξία οποιαδήποτε στιγμή. Δεν έχουμε κανένα τρόπο να τις προβλέψουμε». Όπως είπε, η πρόβλεψη είναι ότι «θα μπορούσε να συμβαίνει μια έκρηξη ακτίνων γάμμα αρκετά κοντά στη Γη για να μας βλάψει, κάθε 500 εκατομμύρια χρόνια. Κάποια στιγμή στην ιστορία της Γης πιθανότατα ακτινοβολήθηκε από μία τέτοια έκρηξη και κάτι ανάλογο θα συμβεί ξανά κάποτε στο μέλλον. Όμως η πιθανότητα να συμβεί όσο ζούμε, είναι πολύ μικρή».
news.in.gr - news.stanford.edu-physicsgg
… συνδέεται με το λιώσιμο των πάγων

Από το 2005 έως σήμερα ο βόρειος γεωγραφικός πόλος μετατοπίζεται προς τη Γροιλανδία κατά αρκετά εκατοστά το χρόνο, αποκαλύπτουν δορυφορικές μετρήσεις του γήινου βαρυτικού πεδίου. Και η ασυνήθιστα γρήγορη μετακίνηση των πόλων αποδίδεται στην ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή και την τήξη των πολικών πάγων.
Ο βόρειος και ο νότιος γεωγραφικός πόλος είναι τα σημεία από τα οποία διέρχεται ο άξονας περιστροφής της Γης. Η θέση τους δεν είναι σταθερή και εξαρτάται από μεταβολές στην κατανομή της μάζας του πλανήτη.
Μεγάλες συγκεντρώσεις μάζας όπως οι οροσειρές είναι γνωστό ότι προκαλούν τοπικές παραμορφώσεις στο γήινο βαρυτικό πεδίο. Αντίθετα, η απώλεια μάζας σε μικρές περιοχές μιας περιστρεφόμενης σφαίρας όπως η Γη οδηγεί σε μετατόπιση του άξονα περιστροφής προς το σημείο της απώλειας.
Οι γεωγραφικοί πόλοι είναι μάλιστα γνωστό ότι μετακινούνται, ακολουθώντας μια κυκλική διαδρομή, καθώς η κατανομή του χιονιού και των βροχών αλλάζει στην πορεία κάθε έτους. Επιπλέον, η θέση του άξονα επηρεάζεται από τις μετατοπίσεις των τεκτονικών πλακών.
Φαίνεται όμως ότι η κλιματική αλλαγή παρεμβαίνει τώρα στις περιοδικές μετατοπίσεις των γεωγραφικών πόλων, όπως δείχνει μια νέα ανάλυση των δεδομένων της αποστολής GRACE της NASA, η οποία χαρτογραφεί το γήινο βαρυτικό πεδίο.
Η μελέτη, η οποία δημοσιεύεται στο Geophysical Research Letters, δείχνει ότι η τήξη των πάγων στην Αρκτική και η άνοδος της στάθμης της θάλασσας επηρεάζουν την κατανομή μάζας στον πλανήτη.
Από το 2005 έως σήμερα, η επιταχυνόμενη τήξη του καλύμματος πάγου στη Γροιλανδία αναγκάζει το βόρειο γεωγραφικό πόλο να μετακινείται προς τη Γροιλανδία κατά σχεδόν 20 εκατοστά το χρόνο.
Και το 90% της μετατόπισης αυτής πρέπει να οφείλεται στο λιώσιμο των πάγων, υπολογίζει η ομάδα του δρ Τζιανλί Τσεν στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν.
Οι ερευνητές επισημαίνουν στη δημοσίευσή τους ότι η ακριβής μέτρηση της μετατόπισης των πόλων θα μπορούσε στο εξής να χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση της απώλειας πολικών πάγων στο μέλλον.
Θα μπορούσε επίσης να επιτρέψει τη μελέτη των μεταβολών της τήξης του καλύμματος πάγου τις προηγούμενες δεκαετίες, δεδομένου ότι τα δεδομένα για τη θέση των πόλων πηγαίνουν πίσω έναν αιώνα, πολύ περισσότερο από ό,τι οι μετρήσεις του πάχους των πάγων.
Newsroom ΔΟΛ – www.nature.com-http://physicsgg.me/